Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

γ. Βασίλειος Καυσοκαλυβίτης: «Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἔβγαλε τὸ σκουφὶ ποὺ φοροῦσε καὶ µοῦ τὸ φόρεσε!»

 

Σάββατο 11 Ἰουλίου 2009.

(Διάλογος γέροντα Βασίλειου μὲ τὴν πνευματική του κόρη Καλλιόπη Ζτούπα)

-Γνώριζες Γέροντα, προσωπικά τόν Ἅγιο Παΐσιο;

-Ναί, βέβαια τὸν γνώριζα πολὺ καλά. Ὅταν µοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία καὶ εἶχα χρόνο, τὸν ἐπισκεπτόµουνα στὴν καλύβη του καὶ συζητούσαµε ἐκτὸς ἀπὸ τὰ προσωπικά µας, γενικὰ τί πρόκειται νὰ συµβεῖ στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ σ’ ὅλον τὸν κόσµο. Εἶχε πολὺ µεγάλη ἀγωνία καὶ ἔκανε πολλὴ προσευχὴ γιὰ νὰ ἀποφευχθοῦν τὰ µέλλοντα γεγονότα καὶ οἱ καταστάσεις, νὰ µᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ µᾶς ἐλεήσει, γιατί ὁ κόσµος δὲν εἶναι ἕτοιµος γιὰ τίποτε, γιατί ἔχει φύγει ἀπὸ τὸ δρόµο τοῦ Θεοῦ. Πήγαινα τακτικὰ στὸν Γέροντα Παΐσιο καὶ τὸν συναντοῦσα πότε µόνος µου καὶ µερικὲς φορὲς µὲ τὸν πατέρα Ἀνανία.

Νὰ σοῦ πῶ καὶ ἕνα ἄλλο µὲ τὸν Γέροντα Παΐσιο. Πῆγα νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ, τὸν βρῆκα µόνο του νὰ κάθεται ἔξω στὴν αὐλή του. Ἐκεῖ ἀντὶ γιὰ καθίσµατα εἶχε κάτι κορµοὺς δέντρων καὶ καθόταν ὁ κόσµος. Κάθισα κοντά του καὶ εἶδα ὅτι ἔκανε ἐργόχειρο ἕνα κοµποσχοίνι, ὄχι χεριοῦ, ἀλλὰ πενηντάρι. Τὸ εἶχε φτιάξει περίπου µέχρι τὴ µέση καὶ µοῦ εἶπε «πάρτο νὰ τὸ τελειώσεις ἐσύ». «Δὲν ἔχω κάνει ποτὲ αὐτὸ τὸ ἐργόχειρο» τοῦ εἶπα, «δὲν ξέρω». «Δὲν πειράζει» µοῦ εἶπε, «πάρτο νὰ τὸ συνεχίσεις ἐσύ».

Καὶ µετὰ ἔβγαλε τὸ σκουφὶ ποὺ φοροῦσε καὶ µοῦ τὸ φόρεσε. Εἶναι αὐτὸ ποὺ φοράω µέχρι σήµερα τὸ πλεκτὸ µὲ τὸν κόκκινο σταυρὸ καὶ δὲν τὸ ἔχω ἀποχωριστεῖ ποτέ.

Μετὰ µπῆκε µέσα καὶ ἔφερε τὸ συνηθισµένο ἁγιορείτικο κέρασµα, µὲ κέρασε καὶ µοῦ εἶπε: «Γιατί παραπονιέσαι, γέρο-Βασίλειε, στρατὸ πῆγα, πῆγες κι ἐσύ, πέντε χρόνια ἔκανα ἐγώ, πέντε ἔκανες καὶ ἐσύ, µοναχὸς ἔγινα ἐγώ, µοναχὸς ἔγινες καὶ ἐσύ. Μεγαλόσχηµος ἐγώ, µεγαλόσχηµος καὶ ἐσύ. Γιατί παραπονιέσαι;»

-«Νά, Γέροντα, δὲν παραπονιέµαι, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐγὼ ἄργησα νὰ γίνω µοναχός, ἂν καὶ ἦταν µεγάλος ὁ πόθος µου ἀπὸ µικρὸ παιδί. Ἦταν ὅµως ἄλλα τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ.»

-«Ναί, γέρο-Βασίλειε, ἐσὺ ὅµως εἶσαι ἕνα παραπάνω ἀπὸ µένα, γιατί ἔζησες στὸν κόσµο καὶ παντρεύτηκες, ἔκανες παιδιά, ἐγγόνια. Θὰ ἀφήσεις πίσω σου δισέγγονα καὶ τρισέγγονα καὶ ἀπὸ αὐτὰ θὰ βγοῦνε µοναχοὶ καὶ µοναχές, γι’ αὐτὸ νὰ µὴν παραπονιέσαι.»

-Ὅσο γιὰ τὸ κοµποσχοίνι, Γέροντα, ποὺ σοῦ εἶπε νὰ τὸ συνεχίσεις, ἐνῶ δὲν γνώριζες νὰ πλέκεις, γιατί ἐπέµενε;

-Ἀπὸ ἄλλες συζητήσεις ποὺ κάναµε µοῦ ἐξήγησε ὅτι θὰ συνέχιζα ἐν µέρει τὸ ἔργο του, γι’ αὐτό µοῦ ἔστειλε καὶ τὸν ὑποτακτικὸ ποὺ εἶχα, λέγοντάς του νὰ ἔρθει σὲ µένα.

Μέχρι ποὺ ἦταν στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ µοῦ ἐπέτρεπε ἡ ὑγεία µου, πήγαινα τὸν ἔβλεπα καὶ τὰ λέγαµε. Βέβαια καὶ ἡ δική του ὑγεία ἦταν πολὺ βεβαρυµµένη µέχρι ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ κοιµήθηκε. Ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύσει καὶ νὰ πρεσβεύει γιὰ ὅλους µας.

Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀξιώθηκα νὰ γνωρίσω ἁγίους ἀνθρώπους στὴ ζωή µου. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα Παΐσιο, στὸ στρατὸ γνώρισα τὸν πατέρα Ἰάκωβο Τσαλίκη. Στὸν πόλεµο τότε (ἐννοοῦσε τὸν ἐµφύλιο) εἴµαστε µαζὶ καὶ γνώρισα ἀπὸ κοντὰ τὸ µεγαλεῖο τῆς ψυχῆς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἦταν πάρα πολὺ ἀδύνατος καὶ παρόλα αὐτὰ τὸ φαγητὸ ποὺ µᾶς δίνανε τὸ µοίραζε στοὺς συναδέλφους του στρατιῶτες. Πονοῦσε πολύ, ἰδιαίτερα τοὺς ἔγγαµους, γιατί ἀφήσανε πίσω γυναίκα καὶ παιδιά. Ἔλεγε δὲ «ἐγὼ δὲν ἔχω πρόβληµα, καὶ νὰ µὴν φάω ἀντέχω, ἐσᾶς σᾶς περιµένουν τὰ παιδιά σας γιὰ νὰ τὰ µεγαλώσετε». Καὶ ὅταν ἔπρεπε νὰ πολεµήσουµε, ἐκεῖνος ἔτρεχε µπροστὰ καὶ ἔλεγε «οἱ ἐλεύθεροι µπροστά, πίσω οἱ παντρεµένοι». Τὶς περιόδους τῶν νηστειῶν νήστευε αὐστηρά, πάρα πολύ. Καὶ βλέπεις, παιδί µου, παρόλες τὶς κακουχίες καὶ τὰ προβλήµατα ποὺ περάσαµε, ζήσαµε τόσα χρόνια καί, δόξα τῷ Θεῷ, ἀξιωθήκαµε νὰ δηµιουργήσουµε τόσα πολλά.

Ἐπίσης, ἀξιώθηκα νὰ γνωρίσω καὶ τὴν τότε Γερόντισσα Σοφία τῆς Κλεισούρας Καστοριᾶς. Πῆγα τὴν συνάντησα στὸ µοναστήρι. Δὲν µπορεῖς νὰ φανταστεῖς τὴν δύναµη αὐτῆς τῆς ψυχῆς, πολὺ σκληραγωγηµένη. Μιλήσαµε γιὰ λίγο, µοῦ εἶπε τὴν ζωήν της, ἀλλὰ λόγω τοῦ ὅτι µιλοῦσε ποντιακὰ ἀδυνατοῦσα νὰ καταλάβω κάποια πράγµατα.

(Τὴν συνοµιλία µας τὴν διέκοψε τὸ κουδούνι τῆς πόρτας, εἴχαµε ἐπισκέψεις).

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Γέρων Βασίλειος Καυσοκαλυβίτης. Νουθεσίες – Διδαχὲς» Ζτούπα Καλλιόπη, τόμος Γ’, ἐκδ. Ἀγαθὸς Λόγος, σέλ. 87, 89-91

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου