
π. Ἀνανίας Κουστένης:
Στὶς 4 Φεβρουαρίου 1843, ἐκοιμήθη ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ, ὁ γιγαντόψυχος καὶ λεοντόκαρδος Ἕλληνας, ὁ ἀπελευθερωτὴς τῆς Ἑλλάδος.
…Ὁ ἄλλος ἐθνικός μας ποιητής, ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς, ὅταν ἔγινε τὸ μεγάλο Σαράντα, εἶπε στοὺς πολεμιστὲς καὶ ἀγωνιστές: «Αὐτὸ τὸ λόγο θὰ σᾶς πῶ, δὲν ἔχω ἄλλον κανένα / μεθῦστε μὲ τὸ ἀθάνατο κρασί του Εἰκοσιένα». Τί ἦταν αὐτὸ τὸ κρασί; Κρασὶ φιλοθεΐας. Κρασὶ φιλοπατρίας. Καὶ κρασὶ φιλανθρωπίας. Ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δίνουμε ἐλεημοσύνη. Ἀγαπῶ τὸν ἄνθρωπο. Διακονῶ τὸν ἄνθρωπο, στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πατρίδος. Σώζω τὸν ἄνθρωπο…
Ὁ Κολοκοτρώνης, λοιπόν, ἔτσι. Ζοῦσε τὴ φιλοθεΐα. Τὴ φιλοπατρία. Καὶ τὴ φιλανθρωπία. Τὴ φιλανθρωπία! Σήμερα ἔχουν λιγοστέψει αὐτὰ τὰ πράγματα. Τοῦ ‘πᾶν, πάλι, τοῦ Κολοκοτρώνη κάποτε, τά ‘χουμε πεῖ, ἀλλὰ δὲν πειράζει νὰ τὰ λέμε, σὲ ποιό κόμμα ἀνήκει. Τὸ Ρωσικό, τὸ Γαλλικὸ ἡ τὸ Ἀγγλικό; Καὶ λέει: «Δὲν εἶμαι οὔτε Ρωσόφιλος οὔτε Ἀγγλόφιλος οὔτε Γαλλόφιλος. Εἶμαι Θεόφιλος. Γιατί μόνος φίλος της πατρίδος μου εἶναι ὁ Θεός».
Καὶ πῶς ἔλεγε ἀλλοῦ; «Ὁ Θεὸς ἔβαλε τὴν ὑπογραφή Του γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν τὴν παίρνει πίσω». Κι εἶχε δίκαιο.
Ποῦ ‘ν’ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Ποὺ θά ‘πρεπε νὰ τοὺς λέμε, νὰ τοὺς μελετᾶμε, νὰ τοὺς μνημονεύουμε, νὰ τοὺς ἀναφέρομε. Νὰ μιλᾶμε γι’ αὐτούς. Στὰ σχολεῖα, στὴν ἐκκλησία, στὶς πλατεῖες, στὸ ραδιόφωνο, στὴν τηλεόραση, στὶς ἐφημερίδες, σ’ ὅλα τὰ μέσα. Ἦσαν ἐμπνευσμένοι ἄνθρωποι. Δοσμένοι στὸν Χριστὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο.
Καὶ τί κέρδισε ὁ Κολοκοτρώνης, στὸ τέλος; Τὸ ξέρετε. Καταδίκη εἰς θάνατον. Πὼς τ’ ἀντιμετώπισε; Κάνοντας τὸ σταυρό του καὶ λέγοντας: «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Νὰ τὴ ἡ Φιλοκαλικὴ Ἀναγέννηση. Νά, τί ἦταν μὲς στὸ αἷμα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ γράφει κάπου ὁ μεγάλος Μακρυγιάννης ὅτι: «Ἐπὶ Τουρκοκρατίας πολλοὶ ἁγίασαν. Πολλοὶ ἁγίασαν!».
Κι εἶν’ ἀλήθεια. «Μετά, ὅμως, ἀπ’ τὴν Τουρκοκρατία, ξεπαγιάσαν». Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς κυβερνοῦσαν, κατὰ κανόνα, ἔχομε καὶ φωτεινὲς ἐξαιρέσεις, εὐτυχῶς, δὲν ἦσαν μὲ τὸν τρόπο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ μὲ τὸν τρόπο τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ μὲ ἄλλες δυνάμεις, μὲ ἄλλα συμφέροντα.
Κολοκοτρώνηδες χρειαζόμαστε. Καποδίστριες χρειαζόμαστε. Γιατί ἐκεῖνοι εἶχαν τὸν τρόπο. Εἶχαν τὴν πολιτική.
Ὁ Κολοκοτρώνης ὅταν πέθανε, ξέρετε τί εἶπε; «Ἄφησα πίσω μου» -τὴ στιγμὴ ποὺ ξεψυχοῦσε «ἀμέτρητους φίλους». Δὲν κακοκάρδιζε εὔκολα τοὺς ἀνθρώπους ὁ Κολοκοτρώνης, ὅπως τό ‘κανε ὁ Μακρυγιάννης, πού ‘ταν ἀμέσως, εἶχε εὔκολο τὸ χεῖλος, ἀλλ’ ὄχι κακὴ τὴν καρδιά, ἔλεγε κι ἐκεῖνος, ὅπως ὁ Σολωμός.
Ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε μακροθυμία. Μεγαλοψυχία. Συγχωρητικότητα. Εἶχε μεγάλη καρδιά. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔφτιαξε τὴν Ἐπανάσταση, μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ε’, ὅπως ἔχομε πεῖ. Οἱ ἄλλοι φτιάχτηκαν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση… Τοῦ ὀφείλομε πάρα πολλά.
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτη Ἀνανία Κουστένη, «Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη», τῶν ἐκδόσεων Ἀκτή, Λευκωσία 2012.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου