Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Η Μοναχή που εκτελέστηκε γιατί δεν αρνήθηκε το μοναχικό σχήμα της.

 


Η ιστορία της είναι μια μαρτυρία για το πώς η μοναχική ιδιότητα θεωρούνταν από το Σταλινικό καθεστώς μια «ζωντανή απειλή», ακόμα και όταν η μοναχή ζούσε μέσα στην απόλυτη φτώχεια και απομόνωση.
​Η μοναχή Μαργαρίτα Γκουντζαμπινισβίλι ανήκε σε μια ομάδα μοναζουσών που, μετά το βίαιο κλείσιμο των μοναστηριών τους, προσπαθούσαν να επιβιώσουν στις παρυφές της Μόσχας. Δεν είχαν μοναστήρι, αλλά ζούσαν «εν τω κόσμω», διατηρώντας κρυφά τους μοναχικούς τους κανόνες.
Συνελήφθη το 1937. Στο κατηγορητήριό της αναφερόταν ότι «διέδιδε θρησκευτικές προλήψεις» και ότι συμμετείχε σε «παράνομες συγκεντρώσεις». Στην πραγματικότητα, οι συγκεντρώσεις αυτές ήταν απλώς η κοινή προσευχή με άλλες δύο-τρεις μοναχές σε ένα υπόγειο δωμάτιο.
Ο ανακριτής την πίεσε να απαρνηθεί το σχήμα της και να παραδεχτεί ότι η μοναχική ζωή ήταν μια «παρασιτική ύπαρξη» εις βάρος του σοβιετικού λαού. Η απάντησή της, όπως καταγράφηκε στα πρακτικά, ήταν αφοπλιστική:
​«Δεν ζητώ τίποτα από το κράτος σας. Ζω με το ψωμί που μου δίνουν όσοι πιστεύουν ότι η προσευχή μου έχει αξία. Αν το κράτος φοβάται την προσευχή μιας γριούλας, τότε το κράτος σας είναι πολύ πιο αδύναμο από τη δική μου πίστη.»
Η Μοναχή Μαργαρίτα καταδικάστηκε σε θάνατο. Στις 17 Φεβρουαρίου 1938, οδηγήθηκε στο Μπούτοβο. Εκείνη την ημέρα οι εκτελέσεις ήταν μαζικές – εκατοντάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν στα ορύγματα.
​Σύμφωνα με τις καταθέσεις των φυλάκων που αποκαλύφθηκαν χρόνια μετά, οι μοναχές συχνά πήγαιναν στον θάνατο φορώντας τα μοναχικά τους ράσα (όσα είχαν καταφέρει να κρύψουν), θεωρώντας τα «ένδυμα γάμου» για τη συνάντησή τους με τον Θεό. Η μοναχή Μαργαρίτα εκτελέστηκε και το σώμα της ρίχτηκε στον ομαδικό τάφο αριθμό 4
Το καθεστώς πίστευε ότι οι γυναίκες ήταν η «ραχοκοκαλιά» της πίστης στην ύπαιθρο και στις πόλεις, γι' αυτό και η εξόντωση των μοναζουσών ήταν προτεραιότητα.
Από το βιβλίο Μαρτυρολόγια του Μπούτοβο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου