Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Διηγήσεις τοῦ Μεγάλου ᾿Αρσενίου.

 

Ὁ Μέγας ᾿Αρσένιος (4ος-5ος αἰ.), ὁ ἀρνητής κάθε σωματικῆς ἀπολαύσεως, εἶχε τή συνήθεια να διηγεῖται στούς πατέρες ὠφέλιμες ἱστορίες καὶ ὀπτασίες του, τίς ὁποῖες ἀπέδιδε σέ ἄλλα πρόσωπα, γιά ν’ ἀποφεύγει ὁ ἴδιος τήν κενοδοξία.

“Κάποτε”, διηγήθηκε ὁ ὅσιος, “ἕνας ἡλικιωμένος μοναχός, ἐνῶ καθόταν στο κελλί του, ἄκουσε ἀγγελική φωνή νὰ τοῦ λέει:

– Βγές ἔξω, νὰ σοῦ δείξω τήν ἀξία τῶν ἔργων τῶν ἀνθρώπων.

Βγῆκε ὁ μοναχός καί ἀκολούθησε τόν ἄγγελο σε κάποιο τόπο, ὅπου ἕνας ἄνθρωπος ἔκοβε ξύλα. Ὅταν τελείωσε, τά ἔδεσε καί προσπάθησε νά τά σηκώσει, ἀλλά δέν μπόρεσε. “Αφησε τότε κάτω τό δεμάτι, πρόσθεσε κι ἄλλα ξύλα, καί διαρκῶς συνέχιζε να προσθέτει.

Προχώρησαν πιό κάτω, καί δείχνει ὁ ἄγγελος στο μοναχό ἄλλον ἄνθρωπο, πού ἀντλοῦσε νερό ἀπό ἕνα πηγάδι με τρύπιο κουβά. Καί ὅπως ἦταν φυσικό, μέχρι ν’ ἀνεβάσει τόν κουβά, τό νερό χυνόταν ὅλο.

Πιό πέρα βλέπουν ἕνα μεγάλο ναό. Δυό καβαλλάρηδες, κρατώντας ὁριζόντια ἕνα τεράστιο ξύλο, προσπαθοῦσαν για πολλή ὥρα να μποῦν μέσα. Δέν τα κατάφερναν ὅμως, γιατί οὔτε ἔσκυβαν οὔτε τό ξύλο ἄφηναν.

– Ακουσε τώρα πῶς ἐξηγοῦνται αὐτά, εἶπε ὁ ἄγγελος. Αὐτοί πού βαστοῦσαν το ξύλο, συμβολίζουν ὅσους πιστεύουν πώς εἶναι δίκαιοι. Κι ἔτσι, γιά τήν ὑπερηφάνειά τους, μένουν ἔξω ἀπό τόν παράδεισο. Ἐκεῖνος πού ἔβγαζε νερό με το τρύπιο δοχεῖο, καλλιεργεῖ βέβαια τίς ἀρετές –νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη κ.ἄ.– ἀλλά εἶναι ἀνθρωπάρεσκος. Κι ἐπειδή τοῦ ἀρέσουν ἡ ἐπίδειξη κι ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτό δέν θά ἔχει καθόλου μισθό. Ἐκεῖνος, τέλος, πού δέν μποροῦσε νά σηκώσει τα ξύλα, συμβολίζει καθένα πού ἔχει πολλές ἁμαρτίες, κι ἀντί να τίς ἀποβάλει μέ τή μετάνοια, προσθέτει κι ἄλλες.”

Μιάν ἄλλη φορά ὁ ὅσιος ᾿Αρσένιος διηγήθηκε τήν ἀκόλουθη ἱστορία, σχετική μέ τή θεία κοινωνία:

“Ζοῦσε ἕνας ἀγωνιστής μοναχός στή Σκήτη, στόν ὁποῖο ὁ δαίμονας ἔσπειρε τό λογισμό ὅτι ὁ ἅγιος Ἄρτος δέν εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ἀντίτυπό Του. Κάποια μέρα ἔβαλε μετάνοια στούς ἄλλους πατέρες καί φανέρωσε τό πρόβλημά του.

– Μή βλασφημεῖς! ἀποκρίθηκαν ἐκεῖνοι. Ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος μεταβάλλονται σέ ἀληθινό Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Ἐπειδή ὅμως ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν μπορεῖ νά δοκιμάσει σάρκα καί αἷμα, οἰκονόμησε ὁ Κύριος νά μεταδίδονται σάν ψωμί καί κρασί μόνο στή μορφή, ὄχι ὅμως καί στήν οὐσία.

Προσπαθοῦσαν οἱ πατέρες νά τόν πείσουν, ἀλλά ἐκεῖνος ἐξακολουθοῦσε νά ἔχει ἀμφιβολίες.

᾿Αφοῦ πέρασε μιά βδομάδα μέ ἐκτενή προσευχή τῶν ἀδελφῶν, πῆγαν ὅλοι στήν ἐκκλησία νά λειτουργηθοῦν. Καί τότε, στό «᾿Εξαιρέτως τῆς Παναγίας ᾿Αχράντου…», βλέπουν ὅλοι πάνω στό ἅγιο δισκάριο ἕνα βρέφος ζωντανό καί χαριτωμένο. Κι ὅταν, ἀργότερα, ὁ ἱερέας ἅπλωσε το χέρι νά μελίσει τόν ἅγιο ἄρτο, βλέπουν ἕναν ἄγγελο νά σφάζει μέ μαχαίρι το βρέφος, ν’ ἀδειάζει τὸ αἷμα του στο ἅγιο ποτήριο καί νά τεμαχίζει τή σάρκα του στίς ἴδιες μερίδες πού μέλιζε κι ὁ ἱερέας τόν ἅγιο ἄρτο!

Στο «Μετὰ φόβου…», πλησίασε ὁ πλανεμένος μοναχός να μεταλάβει, καί κοινώνησε σάρκα ὠμή πού ἔσταζε αἷμα!

Βλέποντας τό φοβερό θαῦμα ὁ μοναχός, ἀναλύθηκε σε δάκρυα χαρᾶς καί μετανοίας.”

Ματθαίου Βίκτωρος (ἐπιμ.-ἔκδ.), Ὁ Μέγας Συναξαριστής τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, τ. 1-14, ᾿Αθῆναι 1946-1950.

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου