Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Ο «Προμηθευς» του Αισχυλου

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ», σελ. 65, ἐκδ. 1998
Toῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ

ΑΣ ΑΝΑΦΕΡΩΜΕΝ ΕΔΩ ἕνα ἀπὸ τὰ ἔξοχα ἐκεῖνα πνεύματα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς ἐπροφήτευσε τὴν ἔλευσιν τοῦ Λυτρωτοῦ. Εἶνε ὁ Αἰσχύλος (525 – 458 π.Χ.). Ὁ μέγας αὐτὸς τραγικὸς ποιητὴς τῆς Ἑλλάδος συνέγραψεν ἔργον θαυμάσιον, δρᾶμα, μὲ τίτλον ὁ «Προμηθεύς». Εἰς αὐτὸ ὁ ἥρως ἐμφανίζεται ὑπὸ τρεῖς καταστάσεις. Προμηθεὺς πυρφόρος, Προμηθεὺς δεσμώτης, καὶ Προμηθεὺς λυόμενος. Δυστυχῶς τὸ ἔργον δὲν διεσώθη ὁλόκληρον. Ἐκ τῆς τρολογίας τοῦ δράματος μόνον τὸ δεύτερον μέρος διεσώθη καὶ ἕνας στίχος τοῦ τρίτου. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διασωθέντων στίχων συλλαμβάνομεν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἔργου.
Ὁ Προμηθεὺς ἡμάρτησεν. Ἠθέλησε νὰ γίνῃ ἴσος μὲ τοὺς θεούς, καὶ δι᾽ αὐτὸ κατεδικάσθη εἰς τρομερὰν τιμωρίαν. Ἐδέθη ὑπὸ τοῦ Ἡφαίστου εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους Καύκασος. Γῦψ γεννηθεὶς ἀπὸ ἔχιδναν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἕνα ἥμισυ ἦτο γυνὴ κατὰ δὲ τὸ ἕτερον ὄφις, ἐτυράννει τὸν δεσμώτην, ἐβύθιζε τὸ ῥάμφος του ἐντὸς τοῦ στήθους τοῦ δεσμίου καὶ κατέτρωγε τὸ ἧπαρ ( = συκώτι). Καὶ τὸ μὲν ἧπαρ ἀνεπληρώνετο τὴν νύκτα, ἀλλὰ τὸ ἀπαίσιον ὄρνεον ἤρχετο καὶ πάλιν τὴν ἑπομένην καὶ τὸ κατέτρωγε, καὶ αὐτὸ ἐπανελαμβάνετο καθημερινῶς, ἐν μέσῳ τῶν φρικτῶν πόνων ποὺ ἐδοκίμαζεν ὁ δυστυχὴς δεσμώτης.
Ὁ Προμηθεὺς ὑποφέρει πολύ. Ποῖος θὰ ἀναβῇ εἰς τὸ ὄρος, θὰ φονεύσῃ τὸ αἱμοβόρον ὄρνεον, θὰ θραύσῃ τὰς ἁλύσεις καὶ θὰ τοῦ εἴπῃ «Προμηθεῦ, εἶσαι ἐλεύθερος»; Εἰς τὴν συνέχειαν μία παρθένος, ἡ Ἰώ, πλησιάζει τὸν δεσμώτην, καὶ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς παρθένου συνάπτεται διάλογος. Εἰς μίαν στιγμὴν ὁ Προμηθεὺς ἀκούεται νὰ λέγῃ· «Ἡ τυραννὶς θὰ πέσῃ». «Πῶς;», ἐρωτᾷ περίεργος ἡ Ἰώ. «Ἕνας ἀπόγονός σου, ποὺ θὰ περικλείῃ δύναμιν τεραστίαν, θὰ συντρίψῃ τὰς σκοτεινὰς δυνάμεις καὶ θὰ μὲ ἐλευθερώσῃ». Τὰ λόγια αὐτά, ἐνῷ χαροποιοῦν τὴν Ἰώ, κάνουν ὅμως νὰ ταραχθοῦν οἱ θεοὶ καὶ ὀ ἀγγελιοφόρος τῶν θεῶν, ὁ Ἑρμῆς, ἐμφανίζεται διὰ νὰ ζητήσῃ διασάφησιν. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἑρμῆς, ἐνῷ εἰς τὰς ἀρχὰς ἐπιμένει λέγων ὅτι τὰ δεινὰ τοῦ Προμηθέως θὰ ἐξακολουθήσουν ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας, ἐν τέλει ῥίπτει καὶ αὐτὸς ἀκτῖνας φωτός, λέγων τοὺς ἑξῆς στίχους.
«Τοιοῦδε μόχθου τέρμα μή τι προσδόκα,
πρὶν ἂν θεῶν τις διάδοχος τῶν σῶν πόνων
φανῇ, θελήσῃ τ᾽ εἰς ἀναύγητον μολεῖν
ᾅδην, κνεφαῖα τ᾽ ἀμφὶ ταρτάρου βάθη»
(στ. 1025-1028).
Δηλαδή· Ὦ Προμηθεῦ, ἐννοῶ τὰ πάθη σου. Ἀλλὰ μὴ περιμένεις εὔκολον λύσιν τῶν δεινῶν σου. Θὰ εἶσαι καρφωμένος ἐπάνω εἰς τοὺς βράχους καὶ τὸ ἀπαίσιον ὄρνεον θὰ καταβροχθίζῃ τὰς σάρκας σου, ἕως ὅτου κάποιος, ποὺ δὲν θὰ εἶνε ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ Θεός, θὰ σὲ εὐσπλαγχνισθῇ, θὰ γίνῃ διάδοχος τῶν πόνων σου, θ᾽ ἀναλάβῃ ὅλον τὸ ἰδικόν σου φορτίον, θὰ καταβῇ ἕως εἰς τὸν ᾅδην, θὰ παλαίσῃ, θὰ νικήσῃ καὶ θὰ σὲ ἐλευθερώσῃ.
Αὐτοὶ οἱ τέσσαρες στοίχοι ἔχουν βάθος πολύ. Προφητεύουν τὸν Σωτῆρα Χριστόν. Νομίζεις ὅτι ἀκούεις τὴν φωνὴν τοῦ προφήτου Ἠσαΐου, τὴν ὁποίαν ἐμνημονεύσαμεν ἤδη καὶ ἐπαναλαμβάνομεν·
«Οὗτος τὰς ἀμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν
ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν
πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει.
Αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν
καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία
εἰρήνης ἡμῶν ἐπ’ αὐτόν, τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς
ἰάθημεν. Πάντες ὡς πρόβατα ἐπλανήθημεν, ἄνθρω-
πος τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐπλανήθη· καὶ Κύριος παρέδωκεν
αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν» (Ἠσ. 53, 4-6).
Εἰκὼν τοῦ ἁμαρτωλοῦ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΑΤΕ, ἀγαπητοί, τὴν εἰκόνα τοῦ Προμηθέως. ῾Όπως εἴδομεν, μὲ τὸν μῦθον τοῦτον ὁ μεγαλοφυὴς ποιητὴς τῆς ἀρχαιότητος περιέγραψε τὸ δρᾶμα τοῦ ἀνθρώπου, παντὸς ἀνθρώπου.
Καὶ σήμερον, ὅπως καὶ τότε ὅτε ἔγραφεν ὁ Αἰσχύλος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑπερηφανεύεται καὶ ἀποστατεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸν περιπίπτει εἰς δυστυχίαν ἀπερίγραπτον. Κατασκευάζει μόνος του τὰς ἁλύσεις, μὲ τὰς ὁποίας προσδένεται ἐπάνω εἰς τοὺς γυμνοὺς βράχους. Τὸν δέρνουν ὅλοι οἱ ἄνεμοι. Ὄρνεα σαρκοβόρα ὁρμοῦν καὶ κατατρώγουν τὰς σάρκας του. Ὤ τὸν δυστυχῆ! Δίδει τὸ αἷμά του, τὴν ζωήν του, διὰ νὰ τρέφῃ τὰ θανατηφόρα πάθη. Αὐτὰ εἶνε τὰ ἀδηφάγα ὄρνεα ποὺ ποτὲ δὲν χορταίνουν. Μέσα εἰς τὰ στήθη του δὲν ἔχει ἀνάπαυσιν. Ὑπὸ τὴν τυραννίδα τοῦ πάθους χάνει τὴν ἀξιοπρέπειάν του, ῥάκος, σκέλεθρον καταντᾷ. Καὶ ἐὰν ποτε ἔλθῃ εἰς συναίσθησιν τῆς τρομερᾶς του καταστάσεως, ἀντιλαμβάνεται ὅτι εἶνε ἀνίκανος μὲ μόνας τὰς ἰδικάς του δυνάμεις νὰ ἀπελευθερωθῇ. Φωνάζει, κλαίει, διαμαρτύρεται, σείει τὰς ἁλύσεις του, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὰς θραύσῃ. Θὰ εἶνε μέχρι θανάτου Προμηθεὺς δεσμώτης.
Λάβε, ἀγαπητέ μου, ὡς παράδειγμα οἱονδήποτε ἁμαρτωλόν, καὶ θὰ ἴδῃς ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡμέρα εἰς τὴν ζωήν του ποὺ τὸ πάθος, τὸ ἀπαίσιον τοῦτο ὄρνεον, νὰ μὴ τὸν τυραννῇ καὶ βασανίζῃ. Ὁ μέθυσος δὲν δύναται νὰ θραύσῃ τὰ ποτήρια καὶ νὰ εἴπῃ «Δὲν θὰ πίω πλέον τὸ ἀλκοόλ, ποὺ καίει τὴν σάρκα καὶ κολάζει τὴν ψυχήν μου». Ὁ σαρκολάτρης δὲν δύναται νὰ κόψῃ τὰ δεσμά, μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἔχει δέσει τὸ πάθος. Ἀλλοῦ ἴσως κάποτε ἔδειξεν ἀνδρείαν, ἐπροχώρησεν εἰς τὰς γραμμάς, ἔκοψε συρματοπλέγματα τοῦ ἐχθροῦ· ἀλλὰ τώρα δὲν ἠμπορεῖ νὰ κόψῃ τὰ συρματοπλέγματα τοῦ πάθους του, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ «Δὲν θὰ πατήσω πλέον εἰς τὸν οἶκον τῆς ἁμαρτίας». Πόσοι Προμηθεῖς δεσμῶται ὑπάρχουν!
Ἄθλιοι ἡμεῖς! Δὲν δυνάμεθα μόνοι νὰ ἀπελευθερωθῶμεν ἀπὸ τὰ δεσμά. Ὁμοιάζομεν, ἵνα ἐνθυμηθῶμεν ζωηρὰν εἰκόνα τοῦ Ἀριστοτέλους, ὁμοιάζομεν μὲ τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους συνελάμβανον ἀρχαῖοι λῃσταὶ καὶ κατεδίκαζον εἰς οἰκτρὸν θάνατον προσδένοντες αὐτοὺς εἰς τὰ πτώματα νεκρῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἦτο ἀδύνατον νὰ λυθοῦν. Νεκρὸς καὶ ζωντανὸς ὁμοῦ· ὁποῖον δρᾶμα! Καὶ ὅμως, ἀδελφέ· αὐτὸ τὸ δρᾶμα, ποὺ ἀκούεις καὶ φρίττεις, ὑπάρχει μέσα μας. Δὲν ἀκούεις τὸν ἀπόστολον Παῦλον ποὺ λέγει «Τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; (῾Ρωμ. 7, 24); Ποῖος θὰ μὲ λύσῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ποὺ ὡσὰν πτῶμα μυρίζει, καὶ ὅμως εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ συζῶ μετ᾽ αὐτῆς καὶ νὰ ἀναπνέω τὴν θανατηφόρον δυσωδίαν;…
Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὑρισκόμενοι, ἀνάγκη ἐπείγουσα εἶνε νὰ προσκαλέσωμεν ἐκεῖνον ποὺ ἀξίζει νὰ λέγεται καὶ γράφεται Ο ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΗΣ. Εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἄκουσε, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, τὸ χαρμόσυνον μήνυμα ποὺ μετέδωκε τὸ πρῶτον εἰς τοὺς βοσκοὺς τῆς Βηθλεὲμ ὁ ἄγγελος· «Ἰδοὺ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ» (Λουκ. 2, 10-11).
Ἀμφιβάλλεις ὅτι ἐγεννήθη Σωτήρ; Ἰδέ! Ὑπάρξεις ποὺ ἦσαν προσδεδεμέναι ἐπάνω εἰς τοὺς βράχους μιᾶς ὑλιστικῆς καὶ κτηνώδους ζωῆς καὶ ἐφαίνετο ὅτι ἐκεῖ θὰ ἀπέθνῃσκον καὶ θὰ ἐγίνοντο βορὰ τῶν ἐναερίων πνευμάτων, αἴφνης ἠλευθερώθησαν καὶ ψάλλουν τὸν ὕμνον τῆς ἐλευθερίας. Μία ὥρα πραγματικῆς ἐλευθερία πλησίον τοῦ Χριστοῦ ἀξίζει ἀπείρως περισσότερον ἀπὸ ἔτη καὶ δεκαετηρίδας καὶ αἰῶνας μιᾶς ζωῆς ἡ ὁποία διαρρέει μέσα εἰς τὰ σιδηρᾶ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας.
Ἀδελφέ, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεσαι; Εἶσαι Προμηθεὺς δεσμώτης, ἢ Προμηθεὺς λυόμενος; Μένεις εἰς τὴν κακίαν, ἢ ζητεῖς καὶ ἀγωνίζεσαι ν᾽ ἀπαλλαγῇς ἀπ᾽ αὐτήν; Ἐζήτησες μὲ πίστιν, μὲ δάκρυα, μὲ φλογερὰν καρδίαν τὴν βοήθειαν Ἐκείνου ὅστις ἦλθε νὰ σὲ ἐλευθερώσῃ; Σὲ ἀφήνω μόνον νὰ σκεφθῇς αὐτὰ ἐνώπιον τῆς φάτνης τοῦ Κυρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.